Όταν ο χριστιανισμός στηρίζεται, πονηρά, σε αντιχριστιανικές αξίες.

Η Επανελλήνιση είναι πρωτίστως υπέρ του ανθρωπισμού.

Η μορφή στα δεξιά εμφανίζεται να αισθάνεται, να ντύνεται και να συμπεριφέρεται με τρόπο παρόμοιο με τη μορφή στα αριστερά, ενώ ταυτόχρονα δηλώνει προσκόλληση στο αντίθετο σύστημα αξιών (δεξιό), θεωρώντας ότι αυτό εκφράζει τα ίδια χαρακτηριστικά. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια φαινομενική φωτεινότητα στο δεξιό στοιχείο και διευκολύνει πονηρά τη διατήρηση της επιρροής του.

Στη σύγχρονη εποχή το δεξιό σύστημα φαίνεται να επιτρέπει αυτή την εξωτερική ομοιότητα και συμπεριφορά, καθώς η αυστηρή επιβολή των αρχικών του κανόνων θα οδηγούσε πιθανότατα στην απομάκρυνση των ανθρώπων από αυτό. Με τον τρόπο αυτό διατηρείται η τυπική υποστήριξη, ακόμη κι όταν η καθημερινή στάση και οι αξίες των ανθρώπων έχουν ήδη μεταβληθεί και απομακρυνθεί αυτό.

(Οι όροι «δεξιά» και «αριστερά» χρησιμοποιούνται εδώ συμβολικά και δεν σχετίζονται με πολιτικά κόμματα.)

Η κριτική της Επανελλήνισης προς τον Χριστιανισμό φυσικά δεν έχει να κάνει με το δικαίωμα κάποιου να είναι χριστιανός ή όχι. Έτσι κι αλλιώς, η Επανελλήνιση έδωσε το δικαίωμα επιλογής θρησκείας ή αθεΐας μέσω της αναγέννησης του αρχαίου ελληνικού πνεύματος στην Ευρώπη, σε μια εποχή όπου ο χριστιανισμός τα είχε απαγορεύσει.

Ειδικά στην Ελλάδα, που πάμε πιο πίσω, μέχρι τη δεκαετία του ’80 δεν μπορούσες ούτε όνομα να δώσεις στο παιδί σου χωρίς να το βαφτίσεις χριστιανό Ορθόδοξο.

Άρα το να ασκεί κριτική ο χριστιανισμός στην Επανελλήνιση για ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι, τουλάχιστον, αστείο. Ενώ το αντίθετο είναι απολύτως λογικό. 

Η Επανελλήνιση δεν στρέφεται εναντίον των ανθρώπων που θέλουν να είναι χριστιανοί. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να πιστεύει ό,τι θέλει.

Το ζήτημα βρίσκεται αλλού: στο ότι συχνά μπερδεύονται διαφορετικά συστήματα αξιών και παρουσιάζονται σαν να είναι το ίδιο πράγμα. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι. Έχουν διαφορετικές αρχές και διαφορετική ιστορία.

Όταν ιδέες και αξίες που προέρχονται από τον εθνικό ελληνισμό αποδίδονται στον χριστιανισμό, δημιουργείται μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που πραγματικά είναι. Η επισήμανση αυτής της διαφοράς δεν αφορά την προσωπική πίστη των ανθρώπων, αλλά την ανάγκη να μην μπερδεύονται μεταξύ τους διαφορετικοί τρόποι σκέψης με αποτέλεσμα, πονηρά, να το εκμεταλλεύεται αθόρυβα ο χριστιανισμός.

 Παρατηρείται επίσης το εξής φαινόμενο, παράδειγμα: μια γυναίκα μπορεί να είναι όμορφα στολισμένη (κάτι που πατερικά θεωρείται αντιχριστιανικό), να υποστηρίζει τον λόγο και τη μόρφωση των γυναικών (αντιχριστιανικό), να βλέπει θετικά τον έρωτα (αντιχριστιανικό), να σέβεται τη φιλοσοφία, την επιστήμη και τους προγόνους της (αντιχριστιανικά). Παρ’ όλα αυτά, να δηλώνει ταυτόχρονα υποστηρίκτρια του χριστιανισμού.

Όταν επισημαίνεται σε μια συζήτηση ότι πολλές από αυτές τις στάσεις βρίσκονται σε αντίθεση με όσα ιστορικά δίδαξε ο χριστιανισμός, η συζήτηση συνήθως δεν προχωρά στο ίδιο το ζήτημα. Αποφεύγεται η συζήτηση και η απάντηση περιορίζεται στην επίκληση του δικαιώματος να είναι κανείς χριστιανός και μόνο σε αυτό. Φανερώνεται δηλαδή μια ισχυρή άγνοια περί του χριστιανισμού.

Δηλαδή σε τέτοιες συζητήσεις αποφεύγεται η ουσία και κατατίθεται μόνο το δικαίωμα.  Πράγματι, αυτό το δικαίωμα υπάρχει. Πρόκειται όμως για το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής, ένα δικαίωμα που συνδέεται ιστορικά με την επαναφορά του ελληνικού πνεύματος στην Ευρώπη, ενώ σε παλαιότερες εποχές ο ίδιος ο χριστιανισμός δεν το αναγνώριζε και τίθεται ως επιχείρημα, παράδοξο, από κάποιον που υποστηρίζει τον χριστιανισμό, που το είχε απαγορεύσει, κατά κάποιου που υποστηρίζει την πλευρά που έδωσε αυτό το δικαίωμα.

Είναι σαν κάποιος να ψηφίζει ένα ναζιστικό κόμμα στο όνομα της δημοκρατίας και να λέει ότι έχει το δικαίωμα να το κάνει. Φυσικά και έχει το δικαίωμα. Το ζήτημα όμως δεν είναι εκεί. Το πρόβλημα βρίσκεται όταν κάποιος δεν γνωρίζει τι πραγματικά είναι αυτό που υποστηρίζει, το φαντάζεται διαφορετικό και το στηρίζει απλώς επειδή έτσι έχει συνηθίσει να το θεωρεί φυσιολογικό στη ζωή του. Ναι αλλά με την ψήφο του θεσμικά δίνει τη δύναμη σε αυτό που ψηφίζει να κάνει τα δικά του. 

Κάτι παρόμοιο περιγράφεται στην εγκληματολογία με το λεγόμενο «σύνδρομο της Στοκχόλμης». Έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου άνθρωποι που κρατούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε αιχμαλωσία, όταν τελικά ελευθερώθηκαν, είτε δικαιολογούσαν τον θύτη τους είτε δεν ήθελαν καν να φύγουν από κοντά του.

Κάπως έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα ο χριστιανισμός. Συχνά φαίνεται πιο ήπιος ή διαφορετικός, όμως αυτό οφείλεται στο ότι ιστορικά έχει υποστεί έναν περιορισμό από την επίδραση της Ελληνικής Αναγέννησης και των ιδεών που αυτή έφερε στην Ευρώπη. Δεν πρόκειται τόσο για αλλαγή πρόθεσης όσο για αλλαγή συνθηκών.

Οι κοινωνίες ξεχνούν εύκολα. Δεν χρειάζεται να ανατρέξει κανείς πολύ πίσω στον Μεσαίωνα. Αρκεί να θυμηθεί τις προηγούμενες γενιές, ακόμη και τις γιαγιάδες σε πολλά χωριά της Ελλάδας, με τα μαντήλια και τις αντιλήψεις που είχαν διαμορφωθεί μέσα από ένα αυστηρό θρησκευτικό πλαίσιο. 

Σχόλια