
Στο 2.50 ο Ηρόδοτος δεν μιλά για ολόκληρη την ελληνική θρησκεία, αλλά κυρίως για κάποια ονόματα θεών και για πιθανές επιρροές σε ορισμένες λατρευτικές αντιλήψεις.
Μάλιστα, δεν το παρουσιάζει ως απόλυτη ιστορική βεβαιότητα, αλλά ως προσωπική του εκτίμηση, χρησιμοποιώντας τη φράση «δοκέω», δηλαδή «νομίζω» ή «μου φαίνεται».
Άρα, άλλο πράγμα η αναφορά σε ονόματα ή επιμέρους πολιτισμικές επαφές και άλλο η ύπαρξη της ίδιας της ελληνικής θρησκείας.
Οι Έλληνες είχαν ήδη τη δική τους θρησκευτική παράδοση, την ελληνική θρησκεία, η οποία αναπτύχθηκε μέσα στον ίδιο τον ελληνικό κόσμο και συνδέθηκε με τη γλώσσα, τους μύθους, τις πόλεις, τα ιερά και τις κοινωνικές δομές των Ελλήνων.
Αυτό γίνεται ακόμη σαφέστερο στο 2.53, όπου ο ίδιος ο Ηρόδοτος διευκρινίζει ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος «ἐποίησαν θεογονίην Ἕλλησι», δηλαδή διαμόρφωσαν τη θεογονία των Ελλήνων.
Ο Ηρόδοτος καταγράφει παραδόσεις και προσωπικές εκτιμήσεις της εποχής του· δεν είχε στη διάθεσή του τα σημερινά αρχαιολογικά δεδομένα.
Σήμερα γνωρίζουμε, μέσω της αρχαιολογίας, ότι ονόματα ελληνικών θεών υπήρχαν ήδη στη Γραμμική Β΄, την οποία ο Ηρόδοτος φυσικά δεν γνώριζε, σε κέντρα όπως οι Μυκήνες, η Πύλος, η Θήβα και η Κνωσσός.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια σας να είναι ευπρεπή.